γαλαθηνός

γαλαθηνός
η , όν уст. питающийся молоком;

γαλαθηνά βρέφη — грудные дети


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "γαλαθηνός" в других словарях:

  • γαλαθηνός — sucking masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλαθηνός — ή, ό (AM γαλαθηνός, ή, όν) (για βρέφη και νεογνά ζώων) αυτός που θηλάζει ακόμη, που δεν τρώει ακόμη στερεά τροφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < γάλα + θη , θήσθαι (απρμφ. ενεστ. με σημασία «θηλάζειν») + (επίθημα) νο ς κατά το αγανός (πρβλ. επιήρανος, θαλπνός,… …   Dictionary of Greek

  • γαλαθηνά — γαλαθηνός sucking neut nom/voc/acc pl γαλαθηνά̱ , γαλαθηνός sucking fem nom/voc/acc dual γαλαθηνά̱ , γαλαθηνός sucking fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλαθηνῶν — γαλαθηνός sucking fem gen pl γαλαθηνός sucking masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλαθηνόν — γαλαθηνός sucking masc acc sg γαλαθηνός sucking neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλαθηναί — γαλαθηνός sucking fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλαθηνοῖς — γαλαθηνός sucking masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλαθηνοί — γαλαθηνός sucking masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλαθηνοῦ — γαλαθηνός sucking masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλαθηνούς — γαλαθηνός sucking masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλαθηνῷ — γαλαθηνός sucking masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»